Σε οριακους αγώνες (βλέπε τον σημερινό, βλέπε εκείνον με τη Μονακό, βλέπε τελικό με Ρεάλ, ημιτελικό με Εφές κ.ο.κ.) εκείνο που μετράει περισσότερο είναι η ψυχολογία, το κρύο αίμα που θα σου δώσει όχι την ορθολογική αλλά την εμπνευσμένη απόφαση στην κρίσιμη επίθεση αλλά και η αυτοπεποίθηση για την άμυνα. Από τους παίκτες που είναι διαθέσιμοι στο ρόστερ τα παραπάνω ελάχιστοι τα διαθέτουν και διακρίνονται σε δύο κατηγορίες: σε εκείνους που ήρθαν σχετικά πρόσφατα και δεν έχουν προλάβει να προσβληθούν από την εσωστρέφεια της ομάδας (Γουόρντ, Τζόουνς) και σε εκείνους που τα καντάρια εμπειρίας τους στην απέναντι μεριά του Ατλαντικού τούς έχει κάνει παντελώς άνιωθους (Φουρνιε, Τζόζεφ). Να συνυπολογισθεί ότι οι δύο εξ αυτών οδεύουν προς τη δύση της καριέρας τους επομένως πιο συχνά παρά σπάνια υπάρχει και ο παράγων "το πνεύμα μεν πρόθυμο, η σαρξ ασθενής". Οι υπόλοιποι κυμαίνονται από παίκτες ημέρας μέχρι παντελώς μη-μου-απτου ντελικάτους.
Πού κολλάνε όλα αυτά; Κατά την άποψή μου ότι ο Μπαρτζώκας αντιμετωπίζει τις μονάδες μιας ομάδας ψυχρά, ως αριθμούς. Δεν μου έχει δώσει την εντύπωση ότι, ιδιοσυγκρασιακά, βάζει ιδιαίτερη βαρύτητα στην ψυχολογία – με άλλα λόγια είναι, κατά τη γνώμη μου, περισσότερο της λογικής "αυτές οι μονάδες, αυτό το πλάνο, stick to it". Εξ ου και η όλη του δυσπροσαρμοστικότητα σε ζωντανές συνθήκες, η οποία είναι, νομίζω, πια παροιμιώδης. Αυτή είναι μια οπτική η οποία, φυσικά, είναι εξαιρετικά αποδοτική σε βάθος χρόνου (στο να σε πάει, δηλαδή, σταθερά σε ένα F-4) όπου οι εκάστοτε στατιστικές ανωμαλίες είναι αμελητέες και συνήθως επικρατούν οι μέσοι όροι. Είναι, όμως, και πολύ επικίνδυνη σε μεμονωμένους, νοκ-άουτ αγώνες, όπου ο,τι γίνει πρέπει να είναι κομμένο και ραμμένο στα μέτρα τους – ακριβώς λόγω της όλης ανελαστικότητας.
Παίκτες-ρολίστες σαν τον Βεζενκοφ, σαν τον Γουόκαπ, σαν τον Φαλ, τον Παπανικολάου, τον Πίτερς, τον Μακίσικ – παίκτες ρολιστες με περιορισμένο αλλά εγγυημένο ρεπερτόριο (και, άρα, πιο προβλέψιμοι) είναι βούτυρο στο ψωμί μιας τέτοιας φιλοσοφίας, ακριβώς γιατί μειώνουν την περίπτωση στατιστικών ανωμαλιών. Ξέρεις ότι σε κάθε αγώνα θα κάνουν περίπου αυτά που κάνουν συνήθως, χωρίς ακρότητες, είτε προς τα πάνω είτε προς τα κάτω. Ο παράγοντας χρόνος, ωστόσο, εδώ είναι αμείλικτος. Διότι ποτέ ο Φαλ, ο Γουόκαπ, ο Παπανικολάου δε θα είναι ξανά σε συνθήκες '23 και αντικαταστάτες με το ίδιο ρεπερτόριο δεν υπήρξαν και δεν υπάρχουν στον ορίζοντα. Με λίγα λόγια, η ομάδα αποτελείται από εκείνους που παλαιότερα μπορούσαν αλλά πλέον δεν μπορούν λόγω πτώσης των χαρακτηριστικών τους, σε εκείνους που μπορούν (Φουρνιέ, Γουόρντ, Τζόουνς) αλλά δεν έχουν πλαισιωθεί καταλλήλως (λεγε με πιο αθλητικό ρολιστα, λέγε με PG με όλη τη σημασία της λέξης) και σε αυτούς που μπορούν αλλά αυστηρά για να σε τραβήξουν ως το F-4.
Με λίγα λόγια, και για να μη μακρυγορώ, η ομάδα είναι ένας Φρανκενστάιν χωρίς συγκεκριμένη ταυτότητα. Και όλο αυτό είναι, θεωρώ, επειδή τόσα χρόνια, ακόμα κι αν μας δώσουν μπαζούκα, εμείς θα πηγαίνουμε στον πόλεμο με κατσαβίδια.