Ως συνήθως αυτό το κείμενο είναι εμπνευσμένο από συζητήσεις στο φόρουμ. Το συγκεκριμένο ξεκίνησα να το γράφω όταν είχα μία μίνι κουβέντα με τον Airman και τον βήματα εκτός φάσης κάπου εδώ: viewtopic.php?p=225775#p225775 και είχε προταθεί ένα βιβλίο που μου κίνησε την περιέργεια.
Θα προσπαθήσω να ξεκαθαρίσω μερικά πράγματα που συχνά μπερδεύονται. (1) Τι είναι και τι δεν είναι η πολιτική ορθότητα, (2) πώς σχετίζεται πραγματικά με την ελευθερία λόγου, (3) γιατί το λεγόμενο cancel culture είναι περισσότερο αφήγημα παρά φαινόμενο, και (4) πώς μπορούμε να μιλάμε ελεύθερα χωρίς να γινόμαστε αδιάφοροι για τις συνέπειες των λόγων μας. Θα προσπαθήσω δηλαδή να υπερασπιστώ την ιδέα ότι η πολιτική ορθότητα εξελίσσει τον λόγο αντί να τον περιορίζει.
Την προηγούμενη φορά έγραψα νομίζω ένα πολύ μεγάλο κείμενο και ίσως το παράκανα. Θα δοκιμάσω να είμαι πιο συγκροτημένος με την παπαρολογία βάζοντας αρκετές παραθέσεις σε περίπτωση που θέλει κάποιος να διαβάσει κάποια πράγματα παραπάνω.
Μέρος Α' - Η πολιτική ορθότητα ως μορφή ηθικής εξέλιξης
Η πολιτική ορθότητα δεν ξεκίνησε μόδα ή ως προσπάθεια φίμωσης, αλλά από την ανάγκη να ξεριζωθούν τρόποι ομιλίας που συνέχιζαν* διακρίσεις. Η γλώσσα δεν είναι ουδέτερη. Διαμορφώνει το τι θεωρούμε φυσιολογικό, αποδεκτό ή ορατό. Όπως λέει ο Michel Foucault [6], κάθε κοινωνία έχει τα δικά της φίλτρα για το ποιος επιτρέπεται να μιλήσει και με ποιο κύρος. Ο Pierre Bourdieu [7] μιλά για τη "συμβολική βία" της γλώσσας, δηλαδή τη δύναμή της να επιβάλλει ιεραρχίες ακόμα κι όταν δεν το καταλαβαίνουμε. Και η Judith Butler [8] δείχνει ότι ο λόγος είναι πράξη και όχι απλή αναπαράσταση. Είναι κάτι που μπορεί να πληγώσει, να θεραπεύσει, να αποκλείσει, και να αναγνωρίσει.
Όταν αλλάζουμε φράσεις όπως "ανάπηρος" σε "άτομο με αναπηρία" ή "λαθρομετανάστης" σε "άτομο σε καθεστώς μετανάστευσης" δεν είναι κάποια προσπάθεια να πασπαλίσουμε χρυσόσκονη σε ένα σκατό. Κάνουμε μια προσπάθεια να φτιάξουμε έναν δημόσιο χώρο όπου η αξιοπρέπεια όλων έχει αξία. Όπως θα έλεγε ο Rawls, πρόκειται για ένα ζήτημα δικαιοσύνης και όπως θα απαντούσε ο Levinas, για μια ευθύνη απέναντι στον άλλο. Η Hannah Arendt [9] θα μας θύμιζε ότι ο δημόσιος λόγος δεν είναι κουβέντα του καφενείου αλλά είναι ο τρόπος με τον οποίο συνδιαμορφώνουμε τον κοινό μας κόσμο. Γι’ αυτό κάθε λέξη κουβαλά μια ευθύνη. Δεν είναι μόνο αν είναι "σωστή", αλλά αν είναι δίκαιη απέναντι σε εκείνον που τη δέχεται.
Η πολιτική ορθότητα, λοιπόν, όταν δεν καταντά υπερβολή, προσπαθεί να διορθώσει μια ιστορική ανισότητα. Το πρόβλημα ξεκινά όταν γίνεται αυτοσκοπός ή εργαλείο ηθικής ανωτερότητας. Αλλά στην ουσία της, είναι μια προσπάθεια να κάνουμε τη γλώσσα λίγο πιο δίκαιη.
Η πολιτική ορθότητα είναι κοινωνική εκπαίδευση, όχι λογοκρισία. Οι άνθρωποι δεν γεννιούνται γνωρίζοντας τα όρια του σεβασμού, τα μαθαίνουν μέσα από τη δημόσια τριβή. Το ότι σήμερα δεν μπορείς να κάνεις το ίδιο "αστείο" που έλεγες το 1990 δεν σημαίνει ότι σου αφαιρέθηκε η ελευθερία, αλλά ότι η κοινωνία έμαθε να αναγνωρίζει ποιοι πληγώνονται από αυτό. Αξίζει να θυμηθούμε ότι οι ίδιες καταγγελίες για "πολιτική ορθότητα που φτάνει πολύ μακριά" υπήρχαν σε κάθε κοινωνική αλλαγή. Όταν απαγορεύτηκε το κάπνισμα σε εσωτερικούς χώρους, όταν οι γυναίκες ζήτησαν να μην τις λένε "κοπέλα" στη δουλειά, όταν το ρατσιστικό χιούμορ έπαυσε να είναι mainstream, όταν τα ΛΟΑΤΚΙ+ άτομα ζήτησαν βασικό σεβασμό, όταν το #MeToo ξεκίνησε. Κάθε φορά, οι προνομιούχοι βροντοφώναξαν με πάθος "δεν μπορείς πια να πεις τίποτα!". Και κάθε φορά, η αλήθεια ήταν απλούστερη: δεν μπορούσαν να λένε αυτό το συγκεκριμένο πράγμα που πλήγωνε άλλους χωρίς κοινωνικές συνέπειες.
Η γλωσσολογική έρευνα υποστηρίζει αυτή την άποψη. Η θεωρία της γλωσσικής σχετικότητας (linguistic relativity) (Sapir-Whorf) δείχνει πώς η γλώσσα διαμορφώνει τη σκέψη μας. Oι λέξεις που χρησιμοποιούμε δεν απλώς περιγράφουν την πραγματικότητα, αλλά τη δημιουργούν. Όταν αλλάζουμε τον τρόπο που μιλάμε για τους ανθρώπους, αλλάζουμε και τον τρόπο που τους έχουμε στο μυαλό μας.
Μέρος Β' - Ο κίνδυνος της κοινωνικής λογοκρισίας
Ο Σπύρος Βλαχόπουλος [1] κάνει έναν σημαντικό διαχωρισμό: άλλο κρατική λογοκρισία, άλλο κοινωνική. Η πρώτη έχει νόμους και όρια. Η δεύτερη, όμως, λειτουργεί "από τα κάτω", μέσω πίεσης, δημόσιας διαπόμπευσης ή αποκλεισμού. Και παρότι δεν είναι θεσμική, μπορεί να έχει το ίδιο αποτέλεσμα που είναι η σιωπή. Η Elisabeth Noelle-Neumann [10] περιέγραψε από τη δεκαετία του '70 το λεγόμενο spiral of silence. Όταν νιώθουμε ότι η άποψή μας δεν είναι δημοφιλής, προτιμάμε να σωπάσουμε. Έρευνες δείχνουν πως αυτό το φαινόμενο είναι ακόμα υπαρκτό [2]. Δεν πρόκειται πάντα για φόβο λογοκρισίας, αλλά για την ψυχολογική αίσθηση ότι θα μπλέξουμε αν μιλήσουμε.
Ωστόσο, η ψυχολογική έρευνα δείχνει ότι υπερεκτιμούμε αυτόν τον κίνδυνο λόγω του negativity bias. Θυμόμαστε περισσότερο τις 10 περιπτώσεις "ακύρωσης" που ακούσαμε παρά τις 10.000 φορές που δεν έγινε τίποτα. Το main character syndrome ("αν έγινε σε εκείνον, θα γίνει και σε μένα") και το status anxiety (ο φόβος απώλειας κοινωνικής θέσης) δημιουργούν έναν δυσανάλογο πανικό γύρω από κάτι που στην πραγματικότητα είναι σπάνιο. Κάποιοι βλέπουν την cancel culture ως κυνήγι μαγισσών, άλλοι τη θεωρούν κοινωνικό μηχανισμό λογοδοσίας [4].
Η δημόσια συζήτηση γύρω από το λεγόμενο cancel culture είναι συχνά περισσότερο σκηνοθετημένη παρά αυθόρμητη. Γενικά λειτουργεί κυρίως ως πολιτικό αφήγημα και οικονομική στρατηγική, όχι ως πραγματική κοινωνική απειλή. Οι περισσότεροι από όσους διαμαρτύρονται ότι "τους ακύρωσαν" (από ηθοποιούς όπως η Gina Carano μέχρι σκουπίδια τύπου Ben Shapiro) συνεχίζουν αδιάκοπα τις καριέρες τους, αξιοποιώντας το αφήγημα της "θυματοποίησης". Με αυτό τον τρόπο, το cancel culture γίνεται εργαλείο προβολής και ιδεολογικής στρατολόγησης, ενώ προβάλλεται σαν μηχανισμός φίμωσης. Οι περιπτώσεις που προβάλλονται ως "ακύρωση" είναι συνήθως απλές εταιρικές αποφάσεις διαχείρισης φήμης, ενώ οι ίδιες πολιτικές δυνάμεις που φωνάζουν για την πολιτική ορθότητα εφαρμόζουν τη δική τους μορφή λογοκρισίας όταν τους συμφέρει. Δεν υπάρχει μαζική συνωμοσία ακύρωσης, υπάρχουν απλώς κοινωνικές συνέπειες, όπως υπήρχαν πάντα. Αυτό που άλλαξε είναι ποιος έχει πλέον φωνή για να τις εκφράσει.
Β.1 - Η υποκρισία του "free speech absolutism"
Αυτό που σπάνια συζητιέται είναι ότι η δεξιά "ακυρώνει" τουλάχιστον εξίσου συχνά απλά δεν το ονομάζει έτσι. Τα βάζω σε μία "μικρή", πρόχειρη λίστα, έτσι για να υπάρχουν:
*Οικονομικά boycotts:
Bud Light: Boycott επειδή συνεργάστηκαν με trans influencer.
Disney: Διαρκές boycott από συντηρητικούς επειδή υποστήριξαν LGBTQ+ δικαιώματα.
Nike: Boycott και κάψιμο παπουτσιών επειδή υποστήριξαν τον Colin Kaepernick.
NFL: "Δεν θα ξαναδώ "ποδόσφαιρο"!" επειδή παίκτες γονάτισαν στον εθνικό ύμνο.
Keurig, Netflix, NBA: Όλα boycotted από συντηρητικούς για "woke" θέσεις.
*Θεσμική λογοκρισία:
Απαγορεύσεις βιβλίων στο Texas και Florida: Πάνω από 1000 βιβλία αφαιρέθηκαν από σχολικές βιβλιοθήκες.
"Don't Say Gay" νομοσχέδιο στη Florida: Νομοθετική απαγόρευση συζητήσεων για LGBTQ+ θέματα στα σχολεία.
Anti-CRT laws: Πολιτείες απαγορεύουν τη διδασκαλία συγκεκριμένων ιστορικών αφηγημάτων
Ακυρώσεις ομιλιών: Συντηρητικοί φοιτητές "ακυρώνουν" αριστερούς ομιλητές.
*Ψηφιακή λογοκρισία:
Ο Elon Musk, που υποτίθεται είναι "free speech absolutist", έχει μπλοκάρει δημοσιογράφους που τον κριτικάρουν.
Συντηρητικές πλατφόρμες (Truth Social) κάνουν ban χρήστες για αριστερές απόψεις.
Έχουμε μία σαφή εικόνα. Όταν η αριστερά διαμαρτύρεται, το λένε "cancel culture". Όταν η δεξιά διαμαρτύρεται, το λένε "οικογενειακές αξίες" ή "προστασία των παιδιών". Όταν οι ισχυροί υφίστανται συνέπειες, το λένε "λογοκρισία". Όταν οι περιθωριοποιημένοι υφίστανται συνέπειες, λένε ότι "η αγορά αποφάσισε".
Όσοι φωνάζουν ότι "δεν μπορείς πια να πεις τίποτα", συνήθως εννοούν ότι δεν μπορούν να μιλούν χωρίς να ακούσουν αντίλογο. Το ότι κάποιος αντιδρά ή σε αποδοκιμάζει είναι η ίδια η ελευθερία λόγου που λειτουργεί αμφίδρομα. Η ελευθερία λόγου δεν σημαίνει ελευθερία από συνέπειες. Σημαίνει ότι όλοι έχουμε τη δυνατότητα να μιλήσουμε, αλλά και να κριθούμε για όσα λέμε. Η εποχή που κάποιοι μιλούσαν ατιμώρητα και όλοι οι άλλοι έπρεπε να σωπαίνουν τελείωσε. Αυτό είναι πρόοδος.
Η "ακύρωση" είναι οι ισχυροί να βιώνουν για πρώτη φορά αυτό που οι αδύναμοι βίωναν πάντα: κοινωνικές συνέπειες για τα λόγια τους. Η διαφορά είναι πως οι ισχυροί το λένε "λογοκρισία" ενώ οι αδύναμοι λένε "επιτέλους". Αξίζει να σημειωθεί ότι η "ακύρωση" λειτουργεί πολύ διαφορετικά ανάλογα με την εξουσία:
Ένας λευκός cis straight διάσημος άντρας μπορεί να "ακυρωθεί" και να επιστρέψει με νέο deal.
Ένας μαύρος transexual που δουλεύει για το κατώτατο μισθό μπορεί να απολυθεί για ένα tweet και να μην ξαναβρεί δουλειά.
Το ποιος κάνει την κριτική και το ποιος τη δέχεται έχει τεράστια σημασία, κάτι που η αφήγηση περί "cancel culture" συστηματικά αγνοεί.
Β.2 - Corporate political correctness: Marketing και τίποτα άλλο.
Ένας τελευταίος μύθος που χρειάζεται αποδόμηση είναι το ότι οι εταιρείες "έγιναν πολύ woke". Η πραγματικότητα είναι μάλλον ορατή σε όλους. Το corporate political correctness είναι απλά τρόπος να βγάλουν περισσότερα λεφτά. Δεν τους ένοιαξε και ποτέ ο ακτιβισμός. Οι ίδιες εταιρείες που βάζουν rainbow flags στα λογότυπά τους τον Ιούνιο, δωρίζουν σε πολιτικούς που προωθούν anti-LGBTQ+ νομοθεσία τον Ιούλιο. Η "διαφορετικότητα" στις διαφημίσεις συνυπάρχει με την ομοιογένεια στα διοικητικά συμβούλια. Η αλήθεια, όπως συνήθως, είναι κάπου στη μέση αλλά πολύ πιο κοντά στο "η ακύρωση είναι μύθος" παρά στο "η ακύρωση είναι επιδημία".
Μέρος Γ' - Τα όρια της ελευθερίας
Η ελευθερία της έκφρασης είναι θεμέλιο της δημοκρατίας, αλλά ούτε το Σύνταγμα ούτε η Ευρωπαϊκή Σύμβαση Δικαιωμάτων του Ανθρώπου τη θεωρούν απόλυτη. Όταν ο λόγος καταπατά την αξιοπρέπεια του άλλου, αγγίζει τα όρια της.
Ο Mill [11] έλεγε ότι η ελεύθερη ανταλλαγή ιδεών είναι ο μόνος τρόπος να πλησιάσουμε την αλήθεια. Από την άλλη, η Butler και ο Fish [8] τόνισαν ότι ο λόγος έχει κοινωνική δύναμη και δεν είναι απλώς ανταλλαγή επιχειρημάτων. Ο Habermas [12] προσπάθησε να βρει μια ισορροπία λέγοντας πως ο ιδανικός δημόσιος λόγος είναι ελεύθερος και ισότιμος, αλλά η πραγματικότητα απέχει πολύ από αυτό. Εδώ ταιριάζει και ο Popper [13] (σόρι Peri, έπρεπε), με το "παραδόξο της ανεκτικότητας". Σε αυτό αναφέρει πως αν ανεκτούμε τα πάντα, κινδυνεύουμε να χάσουμε την ίδια την ανεκτικότητα. Ο Feinberg [14] μίλησε για την ευθύνη να μη χρησιμοποιούμε τον λόγο με τρόπο που προκαλεί προσβολή χωρίς λόγο, ενώ ο Dworkin [15] υποστήριξε ότι η ελευθερία του λόγου απαιτεί όχι απλώς δικαιώματα, αλλά και ωριμότητα.
Η ελευθερία του λόγου στις ψηφιακές πλατφόρμες είναι τόσο εκτεταμένη, που η ευθύνη γίνεται αναπόσπαστο κομμάτι της. Όταν ο καθένας έχει μικρόφωνο, η ανευθυνότητα του λόγου πολλαπλασιάζεται εκθετικά. Ο Mill δεν φανταζόταν έναν κόσμο όπου μια πρόταση στο Twitter μπορεί να φτάσει σε εκατομμύρια ανθρώπους. Σήμερα, η ανάγκη για αυτοσυγκράτηση και ακρίβεια δεν περιορίζει την ελευθερία αλλά είναι αναγκαία ώστε να είναι βιώσιμη.
Ένα σημείο που συχνά χάνεται στη συζήτηση είναι πως ο ίδιος λόγος μπορεί να είναι αποδεκτός σε ένα πλαίσιο και προβληματικός σε άλλο. Μια εμπειρική μελέτη στην τάξη της Ιατρικής δεν είναι το ίδιο με ένα ρατσιστικό αστείο στο γραφείο. Μια κριτική στη θρησκεία σε φιλοσοφικό συνέδριο δεν είναι το ίδιο με την παρενόχληση θρησκευτικών μειονοτήτων στο δρόμο. Η συμφραζόμενη ηθική του λόγου (αυτό μπορεί να έχετε ακούσει σαν "context-sensitive morality", βλέπετε πως καμία φορά η μετάφραση ακούγεται λίγο αστεία), αναγνωρίζει ότι τα ηθικά όρια δεν είναι σταθερές γραμμές αλλά εξαρτώνται από: (1) Τη σχέση εξουσίας μεταξύ ομιλητή και ακροατή, (2) το ιστορικό πλαίσιο (slurs που ανακτώνται από κοινότητες vs. slurs που χρησιμοποιούνται εναντίον τους), (3) το μέσο (ακαδημαϊκό paper vs. Twitter mob), (4) την πρόθεση (σάτιρα vs. προσβολή, ερώτηση vs. κατηγορία).
Μέρος Δ' - Πέρα από τα άκρα
Συχνά η συζήτηση παγιδεύεται σε ένα δίλημμα φάντασμα: ή απόλυτη ελευθερία ή φίμωση. Όμως ίσως χρειάζεται κάτι άλλο. Λίγη ενσυναίσθηση στον τρόπο που μιλάμε και λίγη ανοχή στον τρόπο που ακούμε.
Η Chantal Mouffe μιλά για agonistic pluralism: να διαφωνούμε χωρίς να θεωρούμε τον άλλον εχθρό. Και η epistemic humility (δεν έβγαινε καλά η μετάφραση, συγγνώμη) που περιγράφουν οι José Medina [16] και Miranda Fricker [17] μας καλεί να θυμόμαστε ότι μπορεί να κάνουμε λάθος, ότι η άγνοιά μας δεν είναι έγκλημα, αλλά λόγος να ακούμε περισσότερο.
Και βέβαια, σήμερα όλα αυτά περνούν μέσα από το φίλτρο των αλγορίθμων. Ο Cass Sunstein [18] και η Zeynep Tufekci [19] δείχνουν πώς τα κοινωνικά δίκτυα ενισχύουν τα echo chambers μας. Δεν ακούμε πια διαφορετικές φωνές, ακούμε μόνο παραλλαγές του εαυτού μας. Εκεί, η πολιτική ορθότητα παίρνει νέες μορφές, άλλοτε ως αυτολογοκρισία, άλλοτε ως διαδικτυακή στοχοποίηση. Btw, αυτό να το σκέφτεστε κάθε φορά όταν προτείνετε σε κάποιον συνφορουμίτη να μένει στα "της ομάδας του".
Τα social media λοιπόν (οι αλγόριθμοι πίσω από αυτά δηλαδή) έχουν αλλάξει ριζικά τη δυναμική του δημόσιου λόγου. Μερικά παραδείγματα:
- Twitter algorithmic amplification: Τα controversial, αρνητικά posts παίρνουν περισσότερα views από τα ψύχραιμα. Το "engagement" έρχεται με την οργή, και η οργή πουλάει. Ένα tweet που λέει "αυτός ο άνθρωπος είναι τέρας" θα δει 100x περισσότερους ανθρώπους από ένα που λέει "ώπα ήρεμα, ας το δούμε λίγο ψύχραιμα".
- YouTube demonetization: Content creators παραπονιούνται για "λογοκρισία" όταν αφαίρείται από τα videos τους η δυνατότητα να βγάλουν λεφτά, αλλά ξεχνούν ότι ακόμα μπορούν να λένε ό,τι θέλουν. Απλά το YouTube δεν υποχρεούται να τους πληρώνει γι' αυτό. Η ελευθερία λόγου δεν περιλαμβάνει το δικαίωμα στο κέρδος.
- Reddit: Το r/The_Donald έφαγε μάυρο για παραβίαση κανόνων, αλλά το r/Conservative και άλλες συντηρητικές κοινότητες ακμάζουν. Η "λογοκρισία" είναι συχνά απλώς επιβολή όρων χρήσης που όλοι δέχθηκαν.
- TikTok: Νέες γενιές ορίζουν τα όρια του αποδεκτού με την πράξη. Οι Gen Z creators δεν συζητούν αν πρέπει να είμαστε "politically correct". Απλά είναι, και οι αλγόριθμοι τους επιβραβεύουν γιατί αυτό έχει απήχηση στο κοινό τους.
Εκεί, η πολιτική ορθότητα παίρνει νέες μορφές, άλλοτε ως αυτολογοκρισία από φόβο ιντερνετικής οργής, άλλοτε ως διαδικτυακή στοχοποίηση που δεν έχει σχέση με δικαιοσύνη και όλη με performative virtue signaling.
Δ.1 - Τι θα έπρεπε (και τι δεν θα έπρεπε) να κάνουμε
Το ζητούμενο δεν είναι να διαλέξουμε στρατόπεδο. Είναι να κρατήσουμε τον λόγο ζωντανό, υπεύθυνο, και ανθρώπινο. Αλλά αυτό απαιτεί συγκεκριμένες πρακτικές, όχι μόνο φιλοσοφικές αρχές.
-- Πράγματα που θα έπρεπε να κάνουμε:
- Διάκριση μεταξύ λάθους (mistake) και κακίας (malice): Ένα άτομο που αγνοούσε ότι ένας όρος είναι προσβλητικός και το μαθαίνει, δεν είναι το ίδιο με κάποιον που επιμένει να προσβάλλει. Η πρώτη περίπτωση χρειάζεται εκπαίδευση, η δεύτερη συνέπειες.
- Restorative justice: Αντί να στοχεύουμε στην τιμωρία και την εξόντωση, να δίνουμε χώρο για συγγνώμη, αποκατάσταση και αλλαγή. Ο στόχος δεν είναι να καταστρέψουμε ζωές αλλά να αλλάξουμε συμπεριφορές.
- Χώρος για συγγνώμη και εξέλιξη: Οι άνθρωποι αλλάζουν. Κάποιος που είπε κάτι προβληματικό πριν 10 χρόνια δεν είναι απαραίτητα η ίδια προσωπικότητα σήμερα. Η ωριμότητα σημαίνει να επιτρέπουμε την ανάπτυξη.
- Το context έχει σημασία: Να εξετάζουμε τι ειπώθηκε, που, πότε, από ποιον, και προς ποιον. Ένα ιατρικό paper για βιολογικές διαφορές δεν είναι το ίδιο με transphobic λογοδιάρροια. Μια σάτιρα δεν είναι το ίδιο με μίσος.
- Αναλογικότητα: Να είμαστε αναλογικοί στις αντιδράσεις μας. Μια άβολη διατύπωση δεν δικαιολογεί death threats. Ένα προβληματικό tweet δεν ισούται με την καταστροφή μιας ζωής.
- Τοπική κοινότητα vs viral outrage: Να προτιμάμε τις δυσκολότερες, πιο ανθρώπινες συνομιλίες πρόσωπο με πρόσωπο από το εύκολο, απρόσωπο dogpiling στο Twitter (ή το basketforum).
-- Πράγματα που δεν θα έπρεπε να κάνουμε:
- Να θεωρούμε κάθε κριτική ως "ακύρωση": Η διαφωνία δεν είναι φίμωση. Το να σου πουν "αυτό που είπες ήταν προβληματικό" δεν σου αφαιρεί κανένα δικαίωμα.
- Να προστατεύουμε την "ελευθερία λόγου" μόνο όταν συμφωνούμε: Αν υπερασπιζόμαστε τη ελευθερία λόγου μόνο για απόψεις που μας αρέσουν, δεν την υπερασπιζόμαστε καθόλου.
- Να ισοπεδώνουμε "άποψη" με "προσβολή": "Νομίζω ότι οι φόροι πρέπει να είναι χαμηλότεροι" είναι άποψη. "Νομίζω ότι κάποιες ομάδες ανθρώπων είναι λιγότερο άνθρωποι" είναι μία κουράδα. Είναι απάνθρωπη ιδεολογία.
- Να αγνοούμε τις δομές εξουσίας: Όταν ένας δισεκατομμυριούχος με 100 εκατομμύρια followers λέει ότι "ακυρώθηκε", αυτό δεν είναι το ίδιο με έναν άγνωστο που απολύθηκε για ένα tweet.
- Να μπερδεύουμε διαφωνία με de-platforming: Το να λες "δεν συμφωνώ" δεν είναι το ίδιο με το να λες "πρέπει να χάσεις τη δουλειά σου". Υπάρχει τεράστιο κενό ανάμεσα.
Η πραγματική απειλή στην πραγματικότητα δεν είναι η πολιτική ορθότητα αλλά η αδράνεια της εξουσίας. Ο σημερινός πανικός θυμίζει τόσο μα τόσο πολύ τις παλιές αντιδράσεις απέναντι στον φεμινισμό ή στα κινήματα ισότητας. Κάθε φορά που οι αποκλεισμένοι αρχίζουν να μιλούν, οι προνομιούχοι το εκλαμβάνουν ως απειλή. Όμως δεν είναι η κοινωνία που έγινε πιο ευαίσθητη, είναι η εξουσία που έγινε πιο ορατή. Όταν για πρώτη φορά οι περιθωριοποιημένοι έχουν δομές να μιλήσουν, αυτό που φαίνεται σαν "νέα λογοκρισία" είναι απλά παλιά προνόμια να παύουν να λειτουργούν αυτόματα. Για δεκαετίες, κάποιοι μπορούσαν να λένε ό,τι ήθελαν χωρίς συνέπειες. Τώρα που υπάρχουν συνέπειες, το λένε τυραννία. Αλλά η πραγματική τυραννία ήταν το να μην μπορείς να μιλήσεις χωρίς να χάσεις τη δουλειά σου, την ασφάλεια σου, την αξιοπρέπεια σου, κάτι που οι περιθωριοποιημένοι βίωναν πάντα. Η πολιτική ορθότητα είναι η δημοκρατία σε λειτουργία. Είναι η πρόσβαση στο δημόσιο λόγο να γίνεται πιο ισότιμη. Είναι η εξουσία να αναγκάζεται επιτέλους να ακούσει.
Δ.2 - Το μέτρο
Στο τέλος, το ζητούμενο είναι το μέτρο όμως το μέτρο δεν σημαίνει "ακριβώς στη μέση". Δεν θα βρείτε ισαποστακισμό εδώ
- Να μπορείς να μιλήσεις, αλλά να καταλαβαίνεις το βάρος των λόγων σου.
- Να μην χρησιμοποιείς την "ευαισθησία" για να σιγήσεις όποιον σε ενοχλεί.
- Να κρατάμε τους ανθρώπους υπεύθυνους χωρίς να επιδιώκουμε την εξαφάνισή τους.
- Να διαφωνούμε έντονα αλλά να μην θεωρούμε τον διαφωνούντα εχθρό.
Η ελευθερία χωρίς σεβασμό γίνεται προνόμιο. Ο σεβασμός χωρίς ελευθερία γίνεται φίμωτρο. Το δύσκολο (και άρα το ενδιαφέρον) είναι να βρούμε την ισορροπία. Δεν θα τη βρούμε μάλλον ποτέ τέλεια αλλά αυτό δεν σημαίνει ότι δεν οφείλουμε να προσπαθούμε συνεχώς. Ίσως το πιο σημαντικό είναι να θυμόμαστε ότι δεν είναι όλα για εμάς. Όταν κάποιος λέει "αυτό που είπες με πλήγωσε", η πρώτη μας αντίδραση δεν θα έπρεπε να είναι "πώς τολμάς να με λογοκρίνεις" αλλά "ας το σκεφτώ. γιατί;". Η ωριμότητα δεν είναι να μην κάνεις ποτέ λάθη αλλά να τα αναγνωρίζεις και να αλλάζεις.
Ως συνήθως, ευχαριστώ για τον χρόνο σας, τα μάτια σας, και τη φαιά σας ουσία και είναι πάντα ευπρόσδεκτες οι κριτικές για τα πάντα, από τις ιδέες μέχρι τον τρόπο γραφής. Δεν μπήκα πολύ βαθιά, γιατί θα κατέληγε βιβλίο και θα βαριόμουν κι εγώ να με διαβάζω. Χοντρικά άφησα απέξω:
- Όλο το ψυχολογικό κομμάτι και το πώς η γνωστική ασυμφωνία κάνει τους ανθρώπους να νιώθουν ότι τους λογοκρίνεις απλώς επειδή τους δείχνεις τα όρια.
- Τη νομική πλευρά, την αντιπαράθεση "hate speech vs free speech".
- Στα κομμάτια που ξέρω καλύτερα, δεν έπιασα τους αλγορίθμους και τα social media σε βάθος.
- Pop-culture και video games, που είναι κεφάλαιο ολόκληρο.
- Το πώς η αγανάκτηση έγινε πολιτική στρατηγική.
- Κινήματα πολιτικών δικαιωμάτων μέχρι το σήμερα, ούτε στο πώς το χιούμορ αλλάζει μαζί με τα όρια του.
- Φυσικά άφησα στην άκρη το τεράστιο θέμα της έμφυλης γλώσσας.
αλλά αν κάποιος θέλει μπορώ ευχαρίστως να εμβαθύνω σε κάποια από αυτά. Σε κάποιο μελλοντικό κείμενο θα γράψω για την woke culture γενικά και ειδικότερα στα video games με βάση ένα μικρό σχόλιο που είχε κάνει ο φίλος reignman πριν καιρό.
*δεν θυμάμαι τον παρατατικό του αναπαράγω
Βιβλιογραφία (τη βάζω μικρή για ελαχιστοποίηση τρομοκρατίας).
[1] Βλαχόπουλος, Σ. (2024). Πολιτική ορθότητα: Η σύγχρονη λογοκρισία; Αθήνα: Ευρασία. ISBN 978-618-5798-26-0.
[2] Noelle-Neumann, E. (1993). The Spiral of Silence: Public Opinion—Our Social Skin. Chicago: University of Chicago Press. (2η έκδ.).
[3] PEN America (2019). Chasm in the Classroom: Campus Free Speech in a Divided America.
[4] Norris, P. (2021/2023). Cancel Culture: Myth or Reality? Political Studies Review. doi:10.1177/00323217211037023.
[5] FRA (2022). Fundamental Rights Report 2022 (FRA Opinions). Vienna: European Union Agency for Fundamental Rights.
[6] Foucault, M. (1971). L’ordre du discours. Paris: Gallimard.
[7] Bourdieu, P. (1982). Ce que parler veut dire. Paris: Fayard.
[8] Butler, J. (1997). Excitable Speech: A Politics of the Performative. New York: Routledge.
[9] Arendt, H. (1958). The Human Condition. Chicago: University of Chicago Press.
[10] Mill, J. S. (1859). On Liberty. London: John W. Parker and Son.
[11] Habermas, J. (1984/1987). The Theory of Communicative Action (Vols. 1–2). Boston: Beacon Press. (Γερμ. πρωτότυπο 1981).
[12] Popper, K. (1945). The Open Society and Its Enemies. London: Routledge.
[13] Feinberg, J. (1985). Offense to Others (The Moral Limits of the Criminal Law, Vol. 2). New York/Oxford: Oxford University Press.
[14] Dworkin, R. (1996). Freedom’s Law: The Moral Reading of the American Constitution. Cambridge, MA: Harvard University Press.
[15] Medina, J. (2013). The Epistemology of Resistance. Oxford: Oxford University Press.
[16] Fricker, M. (2007). Epistemic Injustice: Power and the Ethics of Knowing. Oxford: Oxford University Press.
[17] Sunstein, C. R. (2017). #Republic: Divided Democracy in the Age of Social Media. Princeton: Princeton University Press.
[18] Tufekci, Z. (2017). Twitter and Tear Gas: The Power and Fragility of Networked Protest. New Haven: Yale University Press.
[19] Fish, S. (1994). There’s No Such Thing as Free Speech, and it’s a Good Thing, Too. Oxford: Oxford University Press.
[20] Mouffe, C. (2000). The Democratic Paradox. London: Verso.
[21] Rawls, J. (1971). A Theory of Justice. Cambridge, MA: Harvard University Press.
[22] Levinas, E. (1969). Totality and Infinity: An Essay on Exteriority (A. Lingis, Trans.). Pittsburgh: Duquesne University Press. (Πρωτότυπο έργο δημοσιεύτηκε 1961).










BasketForum – Ιστορικό Αρχείο